• χορός με τη σκιά σου

    χορός με τη σκιά σου

    χόρεψα με μια πεταλούδα χθες το σούρουπο,

    ω ναι,
    την ώρα που ο ήλιος είχε κρυφτεί πίσω απ’ την Ακρόπολη,
    μόλις,
    το φως του δεν τον είχε φτάσει ακόμη,
    χόρεψα μαζί της,
    είχε δυο υπέροχα κίτρινα φτερά
    με σκούρες κηλίδες ακανόνιστες
    έτσι για να μη ξέρεις που να κοιτάξεις

    έκανα ότι μπορούσα για να κρύψω το βάρος μου
    κι αυτά τ’ ατροφικά φτερά που μόλις ξαναβγαίνουν στη πλάτη μου
    και τα αργά μου πόδια
    έσκισα το δέρμα μου για να τη πλησιάσω
    ίσα που το πρόσεξε και γέλασε
    κι ήταν το γέλιο της νέκταρ
    βάλσαμο στις πληγές μου
    μέχρι που αναπάντεχα έφυγε

    φίλησα μια κοπέλα χθες το βράδυ,

    την ώρα που η σελήνη μας κοίταζε,
    κρυφά απ’ τον ήλιο, έσκυψα και την άγγιξα στο λαιμό
    προσεκτικά,
    να μην πληγώσω ή να μην πληγωθώ;
    κι έμεινα εκεί,
    σε απόσταση,
    για ώρα
    μέχρι που έφυγε

    αλλά δεν μπόρεσα ν’ αντισταθώ στη σκιά της
    την έφερα στην κάμαρά μου να την χαρώ,
    λίγο πριν το χάραμα
    λίγο πριν σβήσει τ’ όνειρο
    στο κρεβάτι μου
    κόπηκα στα δυο για να τη συναντήσω,
    και κείνη να πετάει μακριά και να ξανάρχεται,
    μόνο και μόνο για να ψηλώνω κάθε φορά να τη φτάσω
    και κάθε φορά να χορεύει, να με συναντά τυχαία και να φεύγει
    για να με συναντήσει ξανά στην άλλη πλευρά του κρεβατιού
    άλλη,

    η ίδια τίγρη μου,

    αποφασισμένη να πάρει αυτό που της αξίζει
    τίποτα λιγότερο
    όλο μου το είναι να μπει μέσα της
    να λάμψει να ζηλέψει το φεγγάρι
    το μακρύ της τρίχωμα να σέρνεται από πάνου ως κάτου μου
    τους βρυχηθμούς της στο στήθος μου
    τα νύχια της βαθιά στη πλάτη μου
    και τη ζεστή της ανάσα στο στόμα μου
    να ρουφήξω ότι έχει να μου δώσει και ν’ αναστηθώ

  • μια λεπτή γραμμή

    βαδίζουμε λοιπόν πάνω σε μια λεπτή γραμμή
    για άλλους μπλε για άλλους κόκκινη,
    για άλλους,
    χρώματα που εμείς οι άλλοι δεν καταλαβαίνουμε

    άλλοι μόνοι,
    άλλοι πιασμένοι χέρι χέρι, κι είναι η μοναξιά θα ‘λεγες τόσο μεγάλη όταν πιάνεις τον άλλο απ’ το χέρι.

    τόσο στενή η γραμμή π’ ούτε συ ο ίδιος δεν μπορείς να χωρέσεις πάνω της
    παντού περισσεύεις,
    κι οι δυο πλευρές της να σε τραβάνε μ’ όλη τους τη δύναμη

    ο ορίζοντας των γεγονότων,
    τα όριά του πάνω της
    η λήθη απ’ τη μια, κι ο πόνος απ’ την άλλη,

    Μια επιλογή έχεις.
    Μια ευκαιρία.
    Διάλεξες να θυμάσαι και πονάς τώρα
    και δεν είναι κανένας εδώ τώρα μαζί σου να ακουμπήσεις για λίγο τα βάρη σου,
    τα πλούτη σου

    η Βέρα κοίταξε πίσω απ’ τον ορίζοντα και χάθηκε
    what has become of you Vera Lynn?
    το κενό της θα είναι για πάντα μαζί σου
    σε ξεκουράζει λίγο αυτό,
    να ξεφορτώνεσαι το παρελθόν σου σ’ όποιον άτυχο σε πλησιάσει.

    Update 18/6/2020: καλό σου ταξίδι Βέρα, θα ξανασυναντηθούμε, δεν ξέρω πότε, δεν ξέρω που, μα θα ‘ναι φωτεινά

    We’ll Meet Again — Vera Lynn
    We’ll meet again
    Don’t know where, don’t know when
    But I know we’ll meet again some sunny day
    Keep smiling through
    Just like you always do
    ‘Til the blue skies drive the dark clouds far away

  • Απρίλη ψεύτη

    3η μέρα χωρίς να κλάψει.

    Στην Ιταλία, 13.562 νεκροί.

    Κάτι πέθανε μέσα του. Έχει πεθάνει από τις 29 Γενάρη, ίσως νωρίτερα, αλλά αυτός επέμενε να το κρατά στη ζωή με μηχανική υποστήριξη.

    Και τώρα, αυτό το πρότζεκτ τέλειωσε.

    Κοιτά τον άδειο, κρύο διάδρομο και σφίγγει το πόμολο. Δεν θέλει να την κλείσει ακόμη, αλλά ποιος του ‘πε οτι θα κάνει πάντα αυτό που ‘θελε?
    Σαν τα κακομαθημένα παιδάκια. Απλώνουν το χέρι όπου να ‘ναι, απαιτούν όλη την προσοχή όλων, επειδή πολλοί από τους δικούς τους ενήλικες τα βρήκαν κάποτε χαριτωμένα, επειδή κάποιος δεν βρέθηκε να τους εξηγήσει τα όριά τους.
    Ένας κακομαθημένος μεσήλικας, περιμένει στην πόρτα να γυρίσει το κοριτσάκι του. Δεν μιλάμε για την κόρη του όμως. Η ερωμένη του έφυγε. Πήγε να ενηλικιωθεί.

    Τουλάχιστον αν υπήρχε ένας φύλακας θα πολέμαγες,
    ότι μπόρεσες το ‘κανες, είσαι σίγουρος ότι δεν φταις εσύ,
    κι αν είναι αυτό παρηγοριά ή δυστυχία;

    Αν εσύ δεν φταις για κάτι που δεν έγινε και που ήθελες τόσο μα τόσο πολύ,
    πως μπορεί να είσαι υπεύθυνος, ικανός για οτιδήποτε?

    Μόνος με τον διάδρομο,
    αυτή τη σκοτεινή δυστυχισμένη γέφυρα, ανάμεσα σε 2 πόρτες που δεν θα ξανασυναντηθούν ποτέ.
    Κακόμοιροι διάδρομοι,
    πόσες ματαιώσεις,
    πόσα χιλιόμετρα βημάτων έχετε μετρήσει πάνω σας,
    πόσα κορμιά έπεσαν χωρίς ούτε ένα τράνταγμα.

    Έλα, κλείστηνε τη ρημάδα.

    Κρύψου.

    Αρκετές χαρακιές, αρκετά λυσομάναξες τριγύρω, αρκετούς σοβάδες ξήλωσες.
    Καμμιά αγιάτρευτη πληγή, κανένα μη κατοικίσημο κτίσμα δεν άφησες

    Λούφαξε.

    Λούφαξε στην αγκαλιά της τεχνολογίας, της μόνης που μιλάς τη γλώσσα της.
    Της μόνης που συγχωρεί τα λάθη σου.
    Της μόνης που σε κρατά στη ζωή, σε καταστολή

  • Μάρτης – γδάρτης

    Μάρτης – γδάρτης

    Μάρτης γδάρτης όχι μόνο για μένα, 1000 νεκροί στην Ιταλία.
    Τι να πρωτοπείς για μια τέτοια εκατόμβη? Ο φόβος σιγά σιγά εγκαθίσταται στη γειτονιά σου.
    Χέρι χέρι με το συντηρητισμό. Όλα κλείνουν. Μαζεύεσαι σπίτι.
    Είσαι ασφαλής, δε φοβάσαι, το ξέρεις θα τα καταφέρεις, αυτός ο κίνδυνος δεν είναι δικός σου.

    Κι είναι αυτή η ώρα,
    μόλις τελειώσεις τις λίγες δουλειές που είχες να κάνεις και τις πολλές που ανέβαλλες.
    Μόλις κοιτάξεις αν έχεις πάγο στο ψυγείο,
    που έρχεται.

    Δε μπορεί να κάνει αλλιώς.
    Έρχεται και σου χτυπάει την πόρτα.
    Μ’ ένα συγγνώμη φοβισμένο γιατί δεν ξέρει πως θ’ αντιδράσεις, με ένα σάκο στο χέρι, με τον αέρα της, το παντελόνι το καμπανάτο,
    μα και τη σκοτεινιά στα μάτια της,
    έρχεται χωρίς να ξέρει που πηγαίνει,
    χωρίς τίποτ’ άλλο στις αποσκευές της
    μόνο μια ελπίδα να είσαστε μαζί κι όπου φτάσετε.

    Κι είναι τόσες πολλές οι σκέψεις σου, μικρές ξεκινάνε, και δεν αργούν να μεγαλώσουν, να τρέξουν, να τη φτάσουν να τη βρουν, κι όμως χάνουν το δρόμο, η κόρη έφυγε, δεν είναι εκεί, η γωνιά άδεια.
    Και τριγυρνάνε μόνες τους για ώρες μέχρι που γίνονται κραυγές που σου τρυπάνε τον εγκέφαλο.
    Και τότε είναι που ξέρεις ότι και σήμερα άδικα περιμένεις.

    Ο κόσμος κλείνεται σιγά σιγά. Τα ρολά κατεβαίνουν.
    Και δεν σου μένει ούτε μια ευκαιρία πια.
    Στην ησυχία του κενού σου.
    Θα το αντιμετωπίσεις κι αυτό.

    Λίγο ήθελες για να τα καταφέρεις, μα δεν τα κατάφερες τελικά.
    Στο τσακ λες, ίσως αν είχες ακόμη μία ευκαιρία θα ‘ταν δική σου τώρα.
    Λίγο, λίγο ακόμη. Μόνος. Κι ώρα πολλή να σκέφτεσαι τα ίδια και τα ίδια.

    Και τότε είναι που ανακαλύπτεις ότι δεν είχες καμμιά ελπίδα.
    Ακόμη κι αν όλη η γη ήτανε μαζί σου,
    κι ο κάτω κόσμος όλος,
    ακόμη και τότε
    μόνος θα ‘σουν.

    Γιατί αυτή η ακρογιαλιά δεν ήτανε ποτέ δική σου.
    Δε λέω, κολύμπησες για λίγο μέσα της, γύρω της, ξάπλωσες στην αγκαλιά της.
    Όμως ποτέ σου δεν μπόρεσες να κοιτάξεις την αλήθεια της,
    Ποτέ σου δεν έγινες κτήμα της.

    Μια στιγμή θα ‘φτανε για να ‘ναι πάντα δική σου,
    όμως αυτή η στιγμή δεν ήρθε ποτέ.
    Όσο κι αν έσπρωξες,
    όσο κι αν έκλαψες,
    όσο κι αν πείσμωσες,
    όσο κι αν παρακάλεσες.

    Όσο κι αν ψήλωσες για χάρη της
    δεν έφτασες ποτέ τη μοναξιά της.

    Δεν άκουσες αυτά που είχε να σου πει,
    τον ήχο του νερού καθώς τραβιέται πίσω,
    τα χαλίκια που παίρνουν νέα θέση,
    τις αντανακλάσεις απ’ τ’ αρμυρίκια πάνω σου.

    Τόση η μανία σου, όση κι η απροσεξία σου
    να σκορπίσεις τα κοράλλια της.

    Για μια ακόμη φορά σου. Η τελευταία σου.
    Γιατί το ξέρεις και συ τώρα κι ήρθε η ώρα να το παραδεχτείς.
    Πως όλα αυτά έγιναν για να κρύψεις την αδυναμία σου, τη δειλία σου.

    Λίγος κι ακόμη να το παραδεχτείς.
    Πασχίζεις να βρεις έναν έρωτα μεγάλο για να κρυφτείς.
    Κακόμοιρε Γιώργη, κρύψου.
    Όλοι αυτό κάνουν.

  • Φεβρουάριος, ακόμη

    Φεβρουάριος, ακόμη

    φοβάσαι να επιστρέψεις σπίτι σου, κι όμως, όταν το καταφέρνεις, πιωμένος, τρεκλίζοντας θα ‘λεγες, είναι μια κάποια ευχαρίστηση να μπαίνεις σ’ ένα ζεστό, τακτοποιημένο και γνώριμο περιβάλλον.

    Μόνο και μόνο για να πάρεις δύναμη για να ξεστρατίσει κι άλλο το μυαλό σου. Κι αυτή η καρδιά, ούτε μια στιγμή δεν την λυπήθηκες, εκεί να κοπανιέται, να λυσομανάει, μόνο το μυαλό σου πρόσεχες, κι είναι αυτό που ‘ναι τώρα παγιδευμένο σ’ αυτούς τους 4-5 τοίχους, κι όσο κι αν τριγυρίζει, πάλι σ’ ένα σημείο ξαναγυρνάει, στη φωνή της, στον ήχο του γέλιου της. Και κει συμφωνούνε μυαλό και καρδιά, εγκλωβισμένο, εγκλωβισμένη σ’ αυτόν τον ατέλειωτο χορό του διαβόλου.

    Στέκομαι στον καθρέπτη και με κοιτάζω να κλαίω, να μην είμαι μόνος μου.
    Να με κοιτάξω όπως με κοίταξες, να ‘χα λίγο την φωνή σου εδώ, τον ήχο του γέλιου σου, θα ‘ταν αρκετό.

    Φεβρουάριος, ακόμη.

    δεν κάνει τόσο κρύο αλλά εσύ τρέμεις, σαν τον Κουταλιανό, τον πιο δυνατό άντρα του κόσμου.

    μα η κυρά του έφυγε, δεν της ήταν αρκετός, ήταν σε άλλη φάση
    κι έτσι, κόπηκες για πάντα στα δύο
    σαν εκείνη,
    που τη φώτισε μισό φεγγάρι.
    Κι αναρωτιέσαι αν θα μπορούσες ποτέ εσύ να πάρεις τη θέση του, να τη φωτίσεις με το δικό σου φως, τη δική σου φωτιά,

    όμως εκείνη ξέρει να κρατάει τις σκιές της,
    μέχρι εσύ να καείς τελείως, ν’ αχνοφέγγεις
    τότε,
    τότε είναι που βγάζει το παλτό της για να σου φανερώσει τα σημάδια της,
    απ’ άντρες κοφτερούς, βιαστικοί χώθηκαν στο δέρμα της μα δεν έμειναν,

    κι εσύ αχνοφέγγεις κι ελπίζεις, σα μικρό παιδί,
    ότι θα μπορέσεις μια μέρα να την πάρεις ξανά στην αγκαλιά σου,
    και μ ένα φιλί θα καλύψεις τις πολύτιμες λαβωματιές της.

    Φεβρουάριος, δίσεκτος.

    Φόρεσα το παλτό μου, πήρα στη τσέπη τους παιδικούς μου ήρωες, και βγήκα να σε συναντήσω και να χορέψω μαζί σου.

    Χωρίς κάτι να δείξω, χωρίς κάτι να κρύψω.

    Bloody February

    1. All About You — Sophie Zelmani
    2. Big in Japan — Ane Brun
    3. Holocaust — Rainy Day
    4. Let’s Dance — M. Ward
    5. Waiting Around to Die — The Be Good Tanyas
    6. Flirted With You All My Life — Vic Chesnutt
    7. Wintercoat — Chantal Acda
    8. I Saw Your Hair Between the Trees — David Tattersall
    9. Nothing to Lose — Claudine Longet
    10. Falling and Laughing (Live in Brighton, 25/04/2013) — Edwyn Collins

    All about you — Sophie Zelmani
    It feeds my longing to play for you
    It feeds the sorrow in it too
    It re-colours the marks and there’s so many of you
    It re-colours the love too

    It weakens my defenses to hold it this close
    It weakens other senses too
    It feeds my longing, longing for you
    Gives me a feeling, mm
    And days are all about you
    Some days are all about you

  • Φλεβάρης

    Φλεβάρης

    Φεβρουάριος, ο πιο σκοτεινός μήνας του χρόνου θα ‘λεγες, γι’ αυτό είναι και κουτσός.

    Φέτος δεν κατάλαβα πότε, κι αν ήρθαν, πότε πέρασαν
    οι μέρες οι καλές,
    οι ηλιόλουστες μέρες του Γενάρη.
    Κάτι είχαν αυτές οι τελευταίες μέρες του, κάτι βαρύ τις τράβαγε μέσα του.

    Τώρα όμως με το που πάτησε Φλεβάρης το νοιώθω το σκοτάδι καλά,
    αυτό το σφίξιμο στο στομάχι, αυτός ο πόνος στη πλάτη,
    αυτό που ξυπνάς νωρίς και βγαίνεις αργοπορημένος,
    αυτό που έκανες τα πάντα, κι ότι έκανες δεν ήταν αρκετό,

    κι όμως μέσα σ αυτό το βαθύ σκοτάδι μπορείς να κοιτάξεις μ’ άλλο μάτι τα συντρίμμια σου, να τ’ αγαπήσεις ίσως; κομμάτι σου είναι.

    Δεν τις φοβήθηκες ποτέ σου τις λαβωματιές, τι κι αν αυτή η τελευταία σου ξερίζωσε τη καρδιά και τόσους μήνες ψυχορραγείς σ’ έναν άδειο κατεστραμμένο πύργο, όσο πιο ψηλός ο πύργος, όσο πιο χοντροί οι τοίχοι, τόσο πιο εύκολα, θαρρείς επίτηδες έχεις αφήσει από μόνος σου μια κερκόπορτα, μια χαραματιά, τόσο πιο εύκολα θρυμματίζονται. Ο μεγαλύτερος τοίχος που έχτισες σωριάζεται στο ύψος του ανθρώπου, στο ύψος ενός μικρού παιδιού, τέτοιο που είσαι κι εσύ, παρόλο που μεγάλωσες και λες ότι ψήλωσες.

    Φλεβάρης, ο μήνας σου για να βυθιστείς μαζί του σ’ αυτό το σκοτάδι.

    Μην το φοβάσαι το σκοτάδι, εκεί μπορεί να βρεις ότι φως σου απέμεινε,

    έστω, αυτό το μικρό ρεσώ 3 ωρών, μια μπατίντα ντε κόκο
    πότισέ τα, Φλεβάρης είναι,
    κι η μυγδαλιά θ’ ανθίσει,
    κι αυτός ο Μάρτης θα ‘ρθει να σε γδάρει,
    να καθαρίσει ότι απέμεινε

    κι αν το θελήσεις μπορεί να συνεχίσεις
    ή πάλι να μείνεις εδώ που είσαι,

    απελπισία όμως δεν χρειάζεται να νιώθεις

  • ο φόβος του Προμηθέα

    ο φόβος του Προμηθέα

    Λένε πως ο Προμηθέας δεν φοβόταν τον Δία. Αψήφησε την εντολή του κι έφερε τη φωτιά στους ανθρώπους. Έμεινε κιόλας μαζί τους για να τους μάθει να τη χρησιμοποιούν για να λευτερωθούν. Λένε πως ο ατρόμητος Προμηθέας θυσιάστηκε για να ‘ναι λεύτερος ο άνθρωπος απ’ τους φόβους του. Να μην χρειάζεται τους θεούς.

    Αυτό που δεν γνωρίζουν όσοι τα λένε αυτά, ήταν πως ο Προμηθέας ήταν εκείνος που φοβόταν πιο πολύ από κάθε άνθρωπο, κι ίσως και πιο πολύ απ’ όλους τους ανθρώπους μαζί. Πάγωνε μπροστά στο φόβο κι η φωτιά ήταν το μόνο του όπλο. Το μοναδικό εργαλείο που γνώριζε. Η μόνη του ελπίδα, όχι για τους ανθρώπους, αλλά για να νικήσει τους δικούς του φόβους.

    Γιατί ό,τι έκανε ο Προμηθέας το έκανε περισσότερο για κείνον τον ίδιο, παρά για τον άνθρωπο. Το μόνο που περίμενε, ως αντάλλαγμα θα μπορούσε να πει κάποιος, ήταν να τον αγαπήσουν. Να τον αγγίξει ένας άνθρωπος αρκούσε, για να του πει ότι δεν χρειάζεται να φοβάται πια. Η μάχη με τον φόβο, η μάχη με τον Πατέρα μας είχε κερδηθεί. Ο άνθρωπος θα μπορούσε πια να αποφασίζει εκείνος για τη μοίρα του.

    Καθώς το όρνεο ξεσκίζει καθημερινά τις σάρκες του, ο Προμηθέας δακρύζει.
    Όχι από πόνο. Πόσο μπορεί να σε πονέσει ένα πουλί που σου τρώει τα σωθικά σου;
    Όχι από φόβο. Όταν βρίσκεις τη δύναμη ν’ αντιδράσεις οι φόβοι μικραίνουν, ακόμη κι αν δεν τους κερδίσεις.

    Είναι γιατί οι άνθρωποι βρήκαν αυτήν τη λευτεριά ακριβή κι αποφάσισαν ότι δεν τους χρειάζεται. Προτίμησαν να κρατήσουν την εικόνα της φωτιάς από την ίδια τη φωτιά. Η εικόνα βλέπεις δεν μπορεί να σε κάψει. Δεν υπολόγισαν όμως ότι φωτιά που δεν καίει δεν σε λευτερώνει.

    Την ώρα που ο Σίσυφος κοιτάζει την επόμενη πέτρα, την ίδια ώρα ο Προμηθέας αγκαλιάζει το ζώο που τον τρώει.

    Κι οι τρεις τους είναι ολοκληρωμένοι θα ΄λεγες. Ο σκοπός τους εκπληρώθη.

  • Little Gidding

    Little Gidding

    μόνο με τη φωτιά μπορείς να δεις καλά,
    Την αλήθεια τα μάτια δε τη βλέπουν.

    “Four Quartets” T.S. Eliot

    What we call the beginning is often the end
    And to make an end is to make a beginning.
    The end is where we start from. And every phrase
    And sentence that is right (where every word is at home,
    Taking its place to support the others,

    The word neither diffident nor ostentatious,
    An easy commerce of the old and the new,
    The common word exact without vulgarity,
    The formal word precise but not pedantic,
    The complete consort dancing together)
    Every phrase and every sentence is an end and a beginning,
    Every poem an epitaph.

    And any action
    Is a step to the block, to the fire, down the sea’s throat
    Or to an illegible stone: and that is where we start.
    We die with the dying:
    See, they depart, and we go with them.
    We are born with the dead:
    See, they return, and bring us with them.

    The moment of the rose and the moment of the yew-tree
    Are of equal duration. A people without history
    Is not redeemed from time, for history is a pattern
    Of timeless moments. So, while the light fails
    On a winter’s afternoon, in a secluded chapel
    History is now and England.

    With the drawing of this Love and the voice of this
    Calling
    We shall not cease from exploration
    And the end of all our exploring
    Will be to arrive where we started
    And know the place for the first time.

    Through the unknown, remembered gate
    When the last of earth left to discover
    Is that which was the beginning;
    At the source of the longest river
    The voice of the hidden waterfall
    And the children in the apple-tree
    Not known, because not looked for
    But heard, half-heard, in the stillness
    Between two waves of the sea.

    Quick now, here, now, always—
    A condition of complete simplicity
    (Costing not less than everything)
    And all shall be well and
    All manner of thing shall be well
    When the tongues of flame are in-folded
    Into the crowned knot of fire
    And the fire and the rose are one. 

  • αύριο, .. σε 45 χρόνια

    αύριο, .. σε 45 χρόνια

    Αύριο
    Αύριο θα σε πάω σ’ ένα μέρος όπου η αγάπη νικάει τον φόβο
    Σε μια κοραλλένια ακρογιαλιά όπου το σκοτάδι μου γίνεται καύσιμο για τον ήλιο σου

    Εκεί που το καλοκαίρι μας δεν τελειώνει
    Εκεί που το φιλί μας δεν το κρυώνει η βροχή κι ο αέρας
    Εκεί που το λουλούδι σου γεμίζει το άδειο μου παγούρι
    Στους χυμούς σου που κυλούν στις χαρακιές μου
    Στην πιο βαθιά σπηλιά μας, χτισμένη απ τα χέρια σου και τα γέλια σου

    Εκεί που ο τσακισμένος μου κορμός ξαναλυγίζει
    Εκεί που οι λέξεις θα λέγονται για πρώτη φορά χωρίς νόημα
    Εκεί που οι εραστές στέκονται στην άκρη του ηφαιστείου και κάνουν έρωτα δίχως αύριο
    Εκεί που το πόσο και το γιατί δεν έχουν σημασία
    Εκεί που ο χρόνος τελείωσε
    Ξύπνα αγάπη μου

    Ξύπνα και χόρεψε μαζί μου αυτόν τον τελευταίο χορό

    Un Giorno Per Noi — Josh Groban
    Un giorno sai, per noi verrà
    La libertà di amarci qui, senza limiti
    E fiorirà il sogno a noi negato
    Si svelerà l’amor celato ormai


  • Αθήνα, ζέστα

    Αθήνα, ζέστα

    όταν ο Ίκαρος συνάντησε τον Μπλουμ στην Πανεπιστημίου 12,

    ή γιατί δεν χρειάζεται να βιάζεσαι να κρίνεις, ίσως και να μη χρειάζεται καθόλου, αλλά και πάλι, μια ελάχιστη μορφή κρίσης δεν είναι  αποφευκτέα.

    Ήλιε μου – Νάνα Σιμόπουλος